Μια πρώτη αναφορά στα νεανικά χρόνια του Νίκου Καββαδία, γραμμένη από την αδελφή του Τζένια και δημοσιευμένη στο "Του πολέμου - Στο άλογό μου", που κυκλοφόρησε το 1987 από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ
"ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ το 1910 σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Μαντζουρίας, στην περιοχή του Χαρμπίν που ήταν στρατιωτική βάση. Λεγόταν τότε Νικόλσκι Ουσουρίσκι, κοντά στον ποταμό Ουσσούρ.
Ο πατέρας ήταν επιχειρηματίας. Διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου -εισαγωγές- εξαγωγές- μεταφορές, διακινούσε μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων, τροφίμων και άλλων καταναλωτικών ειδών — και συγχρόνως ήταν προμηθευτής του τσαρικού στρατού.Σ' αυτή τη μικρή πόλη γεννήθηκαν τα τρία από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας.
Το 1914, στην αρχή του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, ο πατέρας αποφάσισε να φέρει την οικογένεια στην Ελλάδα, καθώς πλανιόταν στον αέρα η επερχόμενη ανατροπή.
Ταξίδεψαν με τον Υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο δεκαπέντε ολόκληρες μέρες διασχίζοντας τα Ουράλια Όρη κι ένα μεγάλο μέρος της ενδοχώρας. Φτάσανε στην Κωνσταντινούπολη, όπου βρήκαν τ' αδέρφια της μάνας που είχαν ναυτικές επιχειρήσεις και με κάποιο καράβι τους τούς περάσανε στο ελληνικό έδαφος.
Φτάσανε στην Αθήνα όπου έμειναν στο ξενοδοχείο «Διάνα». Τα δυο μεγαλύτερα παιδιά είδαν για πρώτη φορά θέατρο — τα «Παναθήναια» με τη Μαρίκα Κοτοπούλη.
Καταλήξανε στην Κεφαλονιά στα πατρικά σπίτια με τις γιαγιάδες και τους παππούδες, της μάνας στην Άσσο, του πατέρα στο Φισκάρδο. Δεν έμειναν πολύ. Ήρθαν στο Αργοστόλι όπου νοίκιασαν ένα μεγάλο σπίτι με περιβόλι στο δρόμο της Λάσσης, και γράψανε τα δύο μεγαλύτερα παιδιά στο Νηπιαγωγείο της σχολής Ελένης Μαζαράκη «Παρθεναγωγείον αι Μούσαι».
Ο πατέρας γύρισε στη Ρωσία για να τακτοποιήσει τις επιχειρήσεις του και τα μικρά απόμειναν ξαφνιασμένα στο ανύποπτο ως τότε και ήσυχο Αργοστόλι, που άρχιζε να το τραντάζει ο απόηχος του πολέμου. Υδροπλάνα, οπλιταγωγά, ατμάκατοι, συμμαχικός στρατός, Άγγλοι, Γάλλοι, Σενεγαλέζοι.
Ο Νίκος Καββαδίας ξέφευγε κατά τη συνήθεια του για να κάνει φιλίες με στρατιώτες του συμμαχικού στρατού, κατά προτίμηση τους Σενεγαλέζους που τον εντυπωσίαζαν με το χρώμα τους και το μπόι τους καθώς τον σήκωναν ψηλά στα χέρια τους και του χαρίζανε ταινίες από τα καπέλα τους και άλλα αντικείμενα.
Η οικογένεια αποκλείστηκε στην Κεφαλονιά και ο πατέρας αποκλείστηκε στη Ρωσία. Εφτά ολόκληρα χρόνια χάθηκαν τα ίχνη του. Διώχθηκε, φυλακίστηκε, έχασε ως το τελευταίο του ρούβλι.
Γύρισε το 1921, ταλαιπωρημένος, νευρασθενικός, άρρωστος — και το τραγικότερο, ξένος και ανένταχτος.
Μετακομίσαμε στον Πειραιά όπου ο Καββαδίας τελείωσε το Δημοτικό στη σχολή αδελφών Μπάρδη. Συμμαθητές του ο Γιάννης Τσαρούχης και ο παπα-Πυρουνάκης.
Εκεί στο Δημοτικό, άρχισε να εκδηλώνει κάποια κλίση προς το γράψιμο. Με συνδρομές που πήρε από θείες, θείους και φίλους έβγαλε ένα τετρασέλιδο φυλλάδιο σατιρικό που είχε τίτλο Σχολικός Σάτυρος (με ύψιλον από άγνοια βέβαια) όπου σατίριζε τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριες του. Το φυλλάδιο αυτό τυπώθηκε σε τυπογραφείο. Εκεί τον πήγε ο πατέρας, που σ' αυτά βοηθούσε πρόθυμα τον μικρό του γιό — ήταν μάλιστα και περήφανος. Στο τρίτο φύλλο έκλεισε και οι συνδρομές επιστράφηκαν.
"Έγραφε και στη Διάπλαση των Παίδων με το ψευδώνυμο «Ο μικρός ποιητής».
Αργότερα άρχισε να γράφει ποιήματα που τα έστελνε στον Πετμεζά-Λαύρα στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Μακρή, που τα δημοσίευε στη σελίδα της αλληλογραφίας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλλας.
Σε μερικούς μήνες, φτάσανε τα πλήθη της προσφυγιάς από τη Μικρασιατική καταστροφή — εφιάλτης με άπειρη γραφικότητα. Σε πολλούς δρόμους σχηματίζονταν τεράστιες ουρές έξω από σπίτια που είχαν την επιγραφή «Περίθαλψη προσφύγων» για να πάρουν κάποιο χαρτί η δελτίο που τους έδινε δικαίωμα σε διάφορες παροχές.
Άρχισαν να σχηματίζονται στις ακραίες γειτονιές οικισμοί από ξύλινες παράγκες που στην καθεμιά ζούσαν έξι η οκτώ άτομα χωρίς αποχέτευση — μια κόλαση.
Ήταν όμως άνθρωποι εργατικοί, πολυμήχανοι.
Ο Πειραιάς γέμισε ξαφνικά από πλανόδια καροτσάκια που πουλούσαν διάφορα ανατολίτικα ζαχαρω-τά, παγωτά σε χωνάκια και σάμαλι. Ο σαλεπιτζής περνούσε κάθε πρωί διαλαλώντας το εμπόρευμα του από τους δρόμους του Πειραιά. Οι γυναίκες εκπληκτικές σε γενναιότητα και εγκαρτέρηση.
Τον πρώτο καιρό λιγόστεψαν τα τρόφιμα — δεν έφτανε το νερό.
Σκοτωμός γινότανε όταν περνούσε το βράδυ ο νερουλάς και κατέβαιναν οι υπηρέτριες από τα ψηλά σπίτια και οι νοικοκυρές από τα χαμηλά για να γεμίσουν τη στάμνα τους με νερό του Πόρου.
Έκκληση κάναν οι αρχές στα μεγάλα σπίτια να νοικιάσουν ένα δωμάτιο σε πρόσφυγες.
Ήρθαν και σε μας (κρατούσαμε ένα σπίτι με έξι δωμάτια) ένα ζευγάρι μεσήλικοι από τον Τσεσμέ, με την ψυχοκόρη τους. Ήταν άγιοι άνθρωποι —βιβλικοί— από αρχοντική οικογένεια. Ζήσαμε αρμονικά μαζί τους δύο η τρία χρόνια.
Τούς αγαπήσαμε και μας αγαπήσανε. Μας μεταφέρανε έναν άλλο πολιτισμό και την καρτερία τους.
Τέλεια αντίθεση με τον πρόσφυγα της τσαρικής Ρωσίας. Αυτός δεν σήκωσε τον ξεπεσμό. Πώς να προσαρμοστεί σ' αυτή τη στενεμένη ζωή ο άνθρωπος που έζησε σε μια αστική κοινωνία της αφθονίας, του πλούτου και της αλόγιστης σπατάλης.
Θύμωνε με το τίποτα, του φταίγανε όλα. Σήκωνε το μπαστούνι του, έσπαζε ό,τι έβρισκε, ηλεκτρικούς λαμπτήρες, τζάμια, γυαλικά.
Κι ενώ στο βάθος ήταν ένας καλός άνθρωπος ανίκανος να κάνει κακό, νόμιζες πώς χαιρόταν να τους μεταδίνει τον πανικό. Τούς βασάνιζε άθελα του, πήγαινε τ' αγόρια σπρώχνοντας τα από τη σκάλα στο κουρείο, να τους κόψουν τα μαλλιά με την ψιλή μηχανή — στα πρώτα χρόνια της εφηβείας.
Από την άλλη μεριά, μόλις είχε λίγα χρήματα, τους ανέβαζε όλους στην Αθήνα, και πήγαιναν στου Ελευθερουδάκη όπου οι μεγαλύτεροι γέμιζαν την αγκαλιά τους με βιβλία.
Τ' αγόρια πήγαιναν και στο θέατρο Χρυσοστομίδη στο Πασαλιμάνι, στον Καραγκιόζη, στον κινηματογράφο.
Με την κόρη η συμπεριφορά του ήταν διαφορετική.
Την αυστηρότητα του δεν την επέβαλλε απευθείας, αλλά μέσω της μάνας. Η μάνα ποτέ δεν του συγχώρησε ότι δηλητηρίασε τα πρώτα εφηβικά τους χρόνια.
Αν περάσαμε από αυτή την περίοδο άθικτοι ψυχικά το χρωστάμε σ' αυτή την τέλεια μάνα —το πρόσωπο της θυσίας— που ξέχασε κάθε προσωπικό της δικαίωμα πάνω στη ζωή για να στηρίξει τα παιδιά της διατηρώντας πάντα ένα ζεστό και οργανωμένο σπιτικό.
Ο πατέρας προσπάθησε να βρει κάποια δουλειά στα βαπόρια των συγγενών. δεν κατάφερε να σταθεί — δεν τον βοήθησαν. Τότε πουλήθηκαν τα κοσμήματα της μάνας και ό,τι ακριβό υπήρχε μέσα στο σπίτι.
Αργότερα μαζί μ' έναν άλλο πρόσφυγα πλούσιο επιχειρηματία της Πετρούπολης, ο πατέρας άνοιξε ένα μικρό κατάστημα τροφίμων, κοντά στο Πασαλιμάνι, με ένα μεγάλο δωμάτιο στο πίσω μέρος. Εκεί μαζεύονταν οι Ρώσοι εμιγκρέδες του Πειραιά —γιατρός Σενιώφ, ναύαρχος Ρεβελιώτης, στρατηγός Ρασντερίσιν—, περνούσαν τ' απογεύματα πίνοντας βότκα και κάνοντας σχέδια και προγράμματα επιστροφής στην πατρίδα. Ένας τόπος συνάντησης ναυαγών χωρίς σωτηρία.
Απέναντι ακριβώς βρισκόταν το παλιό Γυμναστήριο του Πειραιά και κει έρχονταν τ' απογεύματα να παίξουν και να γυμναστούν ο Νίκος Καββαδίας και τ' αδέρφια του, κάτω από την αυστηρή επίβλεψη του πατέρα.
Στο Γυμναστήριο ο Καββαδίας γνώρισε τον πρωταθλητή της πυγμαχίας Νίκο Μενεξή και πήρε μαζί του μαθήματα. Κι ενώ η κράση του και ο χαρακτήρας του δεν δικαιολογούσαν μια τέτοια επίδοση, αυτός σ' όλη τη ζωή του δεν έπαψε ν' αγαπάει αυτό το άθλημα.
Ευτυχώς το καταφύγιο αυτό των Ρώσων εμιγκρέδων δεν κράτησε πολύ, έκλεισε πάνω στον δεύτερο χρόνο.
Στον Πειραιά ο Καββαδίας και τ' αδέλφια του τελειώσανε και το Γυμνάσιο. Εκεί είχε συμμαθητή το γιό του Παύλου Νιρβάνα, τον Κώστα Αποστολίδη, που του γνώρισε τον πατέρα του.
Στον Πειραιά ο Καββαδίας και τ' αδέλφια του τελειώσανε και το Γυμνάσιο. Εκεί είχε συμμαθητή το γιό του Παύλου Νιρβάνα, τον Κώστα Αποστολίδη, που του γνώρισε τον πατέρα του.
Μένανε σ' ένα σπίτι στο Νέο Φάληρο. Ο Καββαδίας πήγαινε συχνά — η αυστηρή παρακολούθηση του πατέρα είχε χαλαρώσει. Η αρρώστια είχε αρχίσει να τον λυγίζει.
Ο Νιρβάνας υπήρξε για τον δεκαπεντάχρονο Καββαδία ο πρώτος δάσκαλος.
Του διάβαζε τα ποιήματα που έγραφε — βρίσκεται ανάμεσα στα βιβλία της εποχής εκείνης ένας μικρός τόμος με χρονογραφήματα και με την αφιέρωση :
«Στο μικρό μου φίλο Ν. Καββαδία, από εκτίμηση στο νεαρό του τάλαντο.»
Συχνά ο ηλικιωμένος συγγραφέας και ο νεαρός ποιητής κάνανε μακρινούς περιπάτους στους ήσυχους δρόμους του ήρεμου προαστίου με τις διάσπαρτες βίλες.
"Ένα είδος σιωπηλής λατρείας είχε ο μικρός Καββαδίας για τον πολιτισμένο και σοφό άνθρωπο, που του φέρθηκε σαν ίσος προς ίσο.
Μια τέτοια φιλία είχε αργότερα και με τον Κ. Καρθαίο που κι αυτός υπήρξε δάσκαλος κι οδηγητές του.
Το 1929 ο πατέρας πέθανε από καρκίνο.
Ο μικρός γιός είχε μπαρκάρει με τα καράβια και έγινε καπετάνιος σε φορτηγά.
Ο Ν. Καββαδίας πήγε να εργαστεί στο ναυτικό γραφείο του Ζωγράφου, που πρακτόρευε τα βαπόρια των αδερφών της μάνας του, μα γρήγορα άρχισε κι αυτός να φεύγει με τα καράβια.
Το 1933 δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή Μαραμπού, που της αφιέρωσε πολύ επαινετική κριτική ο Φώτος Πολίτης στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας Πρωία.
Το 1933 άφησαν τον Πειραιά και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Μείνανε στην Κυψέλη — τα περισσότερα χρόνια, στο σπίτι της οδού Αγ. Μελετίου 10. Εκεί τους βρήκε και ο πόλεμος.
Πήρε μέρος στον Αλβανικό και γύρισε από τους τελευταίους με τα πόδια, ταλαιπωρημένος, αδύνατος, τρώγοντας ό,τι του 'διναν οι νοικοκυρές στα χωριά απ' όπου περνούσε.
Στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής έμεινε στην Αθήνα και πήρε μέρος στην Αντίσταση, μέσα από τις γραμμές του Κ.Κ.Ε. Εκεί όπου Έλληνες από τη μια μεριά και Γερμανοί και Ταγματασφαλίτες από την άλλη παίζαν το παιχνίδι της γάτας με τα ποντίκια. Τότε που γέμισαν τα Χαϊδάρια κι οι Καισαριανές και δεν ήξερες αν το βράδυ θα κοιμηθείς στο σπίτι σου η στην Ασφάλεια της οδού Μέρλιν.
Μετά την αποχώρηση του Στράτου Κατοχής μπαρκάρισε υπό περιοριστικούς όρους και ταξίδεψε σ' όλη την υπόλοιπη ζωή του ως ασυρματιστής, μέχρι το θάνατο του, στις 10 Φεβρουαρίου 1975.
ΤΖΕΝΙΑ ΚΑΒΒΑΔΙΑ



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου