Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Μαραμπού

Σπάνια ηχογράφηση. Απαγγέλλει ο Νότης Περγιάλης

Καλή χρονιά

Ευτυχισμένο και δημιουργικό το 2011

Απόπλους

Μερικά σημεία εκκίνησης για το ταξίδι στην ποίηση του Νίκου Καββαδία.

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

Τα πρώτα χρόνια

Μια πρώτη αναφορά στα νεανικά χρόνια του Νίκου Καββαδία, γραμμένη από την αδελφή του Τζένια και δημοσιευμένη στο "Του πολέμου - Στο άλογό μου", που κυκλοφόρησε το 1987 από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ

"ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ το 1910 σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Μαντζουρίας, στην περιοχή του Χαρμπίν που ήταν στρατιωτική βάση. Λεγόταν τότε Νικόλσκι Ουσουρίσκι, κοντά στον ποταμό Ουσσούρ.
Ο πατέρας ήταν επιχειρηματίας. Διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου -εισαγωγές- εξαγωγές- μεταφορές, διακινούσε μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων, τροφίμων και άλλων καταναλωτικών ειδών — και συγχρόνως ήταν προμηθευτής του τσαρικού στρατού.
Σ' αυτή τη μικρή πόλη γεννήθηκαν τα τρία από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας.

Το 1914, στην αρχή του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, ο πατέρας αποφάσισε να φέρει την οικογένεια στην Ελλάδα, καθώς πλανιόταν στον αέρα η επερχόμενη ανατροπή.
Ταξίδεψαν με τον Υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο δεκαπέντε ολόκληρες μέρες διασχίζοντας τα Ουράλια Όρη κι ένα μεγάλο μέρος της ενδοχώρας. Φτάσανε στην Κωνσταντινούπολη, όπου βρήκαν τ' αδέρφια της μάνας που είχαν ναυτικές επιχειρήσεις και με κάποιο καράβι τους τούς περάσανε στο ελληνικό έδαφος.

Φτάσανε στην Αθήνα όπου έμειναν στο ξενοδοχείο «Διάνα». Τα δυο μεγαλύτερα παιδιά είδαν για πρώτη φορά θέατρο — τα «Παναθήναια» με τη Μαρίκα Κοτοπούλη.
Καταλήξανε στην Κεφαλονιά στα πατρικά σπίτια με τις γιαγιάδες και τους παππούδες, της μάνας στην Άσσο, του πατέρα στο Φισκάρδο. Δεν έμειναν πολύ. Ήρθαν στο Αργοστόλι όπου νοίκιασαν ένα μεγάλο σπίτι με περιβόλι στο δρόμο της Λάσσης, και γράψανε τα δύο μεγαλύτερα παιδιά στο Νηπιαγωγείο της σχολής Ελένης Μαζαράκη «Παρθεναγωγείον αι Μούσαι».

Αρχή του παραμυθιού

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα σας.
Ήταν μια φορά κι ένα καιρό, ένας "καταραμένος" ποιητής, ας τον πούμε Μαραμπού, όπως τον έλεγε ο Σεφέρης, από το όνομα του ράθυμου πουλιού των τροπικών. 
Ποιητής «των μακρυσμένων θαλασσών και των γαλάζιων πόντων», μας ταξίδεψε και μας ταξιδεύει, πάντα «σε δύσκολες βάρδιες», στα «παράξενα της Ιντια», στη «Νότιο Κίνα», «στην πλάτη της θαλάσσης»... στο μπαρ Ρετζίνα - στη Μαρσίλια... Και με τι συντροφιά...έναν ολόκληρο μυθικό κόσμο γεμάτο με μαχαίρια, ανεμόσκαλες, καραβοφάναρα, πληρωμένους έρωτες, παράξενες ζωγραφιές κεντημένες στο κορμί, μεθύσια, καβγάδες, αρρώστιες τροπικές και βοτάνια για τον πυρετό, σμήνη πουλιών και λιμάνια σκοτεινά, μουσώνες, τρικυμίες, πληγές θανατερές, πλοία φορτωμένα με χασίς, μπαρ του λιμανιού, καταγώγια και άγκυρες στο πέλαγο χαμένες, νεαρά κορίτσια από τη Χιλή και γυναίκες μαύρες του Μαρόκου, άστρα του Νοτιά και ένα δυσεύρετο μικρό κοχύλι, φύκια μπλεγμένα στα μαλλιά και κομπολόγια από κοράλλια. 
Απόλυτα βιωματικός στην ποίησή του, ο Μαραμπού, «ψιθυρίζει» πάντα με την καρδιά για τα καράβια που έζησε, τους ναυτικούς που γνώρισε, τους έρωτες, τους καυγάδες και τους θανάτους στα λιμάνια, με τη γλώσσα των καραβιών, αλλά και κάποιους ιδιωματισμούς της Κεφαλονιάς, να μπλέκονται στα γνήσια λαϊκά ελληνικά του. Ο έρωτάς του για τα ταξίδια και τη θάλασσα, πάθος τρομερό, σχέση αγάπης και μίσους, ο ίδιος έρωτας που τον οδήγησε να μπαρκάρει μικρός, μόλις 19 ετών, αφήνοντας τη σίγουρη δουλειά του ναυτικού γραφείου, είναι ορατός σε κάθε στίχο του, και τόσο δυνατός που διαπερνά τον αναγνώστη, και τον προτρέπει να ενωθεί απόλυτα με την αλήθεια του λόγου του.
Αρχή του παραμυθιού, λοιπόν, καλησπέρα σας και για αρχή ένα υπέροχο ποίημά του, το Πούσι, μοναδικά μελοποιημένο από τους Ξέμπαρκους.